Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Ο λαός έχει πείρα από «κόκκινες γραμμές»


Εδώ και μερικές βδομάδες, οι εφημερίδες και τα άλλα Μέσα που στηρίζουν την κυβέρνηση, την παρουσιάζουν να διαπραγματεύεται «σθεναρά» με την τρόικα, σε βαθμό που οι εκπρόσωποι των δανειστών να πηγαινοέρχονται χωρίς να υπάρχει συμφωνία. Αλλα ΜΜΕ προβάλλουν το ΠΑΣΟΚ σαν «εγγυητή» των «κόκκινων γραμμών» της συγκυβέρνησης και μάλιστα «μέχρις εσχάτων».

Ο Ε. Βενιζέλος εμφανίζεται να δηλώνει ότι προτιμάει να πέσει η κυβέρνηση επειδή δε συμφωνεί με την τρόικα, παρά να τη ρίξει η κοινοβουλευτική του ομάδα, όταν τα συμφωνημένα μέτρα έρθουν για ψήφιση στη Βουλή. Αντίστοιχα, ο Κυρ. Μητσοτάκης της ΝΔ δήλωσε ότι «αν είναι να πέσει η κυβέρνηση, ας πέσει μαχόμενη». Θυμίζουμε ότι πριν από λίγο καιρό, στα ίδια ΜΜΕ κυριαρχούσαν αναλύσεις που έλεγαν ότι η τρόικα «το παράκανε με τις απαιτήσεις της», ότι η κυβέρνηση «έκανε αυτά που έπρεπε να κάνει» και ότι «τώρα είναι η σειρά των δανειστών να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους».


Προσπαθούν να δημιουργήσουν την εικόνα ότι η κυβέρνηση διαπραγματεύεται με κριτήριο το λαϊκό συμφέρον. Οτι δίνει μάχη με την τρόικα για να μη χάσει η λαϊκή οικογένεια το σπίτι της σε πλειστηριασμό, να μην απελευθερωθούν οι απολύσεις, να «σωθούν» τάχα τα ΕΑΣ. Διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα για να αποπροσανατολίσουν το λαό από το κύριο: Οτι κυβέρνηση - τρόικα συμφωνούν στα μέτρα στρατηγικής σημασίας για το κεφάλαιο και ότι η συμφωνία τους αυτή υπερβαίνει το πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης.

Αυτά τα μέτρα τα ονομάζουν «διαρθρωτικά» και προχωρούν απρόσκοπτα, είτε τα γράφει το μνημόνιο, είτε όχι. Είναι μέτρα που αφορούν τα εργασιακά και τα ασφαλιστικά, τις ανατροπές σε Υγεία - Πρόνοια - Παιδεία, τις ιδιωτικοποιήσεις και «απελευθερώσεις» τομέων της οικονομίας, κ.ά.
Αλλά και σε κείνα τα μέτρα που εμφανίζονται να διαφωνούν, οι όποιες τριβές είναι στη διαχείριση. Είναι δεδομένο ότι η κυβέρνηση παίρνει υπόψη και τη λαϊκή αγανάκτηση, γεγονός που αποτελεί παράγοντα διαφοροποίησης από την τρόικα στους ρυθμούς και στον τρόπο που θα εφαρμόσει ορισμένα από τα μέτρα. Κριτήριό της, όμως, δεν είναι οι λαϊκές ανάγκες, αλλά τα συμφέροντα της αστικής τάξης, για την οποία διαπραγματεύεται και θέλει να διασφαλίσει «πολιτική σταθερότητα». Ενώ εκφράζει και αντιρρήσεις που υπάρχουν σε τμήματα του κεφαλαίου για την υλοποίηση ορισμένων μέτρων. Θυμίζουμε ότι στην πλήρη απελευθέρωση των πλειστηριασμών είχε αντιδράσει και τμήμα του τραπεζικού κεφαλαίου. Με αυτά τα επιχειρήματα προσπαθεί να πείσει και την τρόικα ότι δεν είναι ο κατάλληλος χρόνος για να προωθηθούν ορισμένα από τα μέτρα που περιλαμβάνει το νέο πλαίσιο της συμφωνίας και τα οποία σε άλλες χώρες της ΕΕ εφαρμόζονται εδώ και χρόνια.

Ενα παράδειγμα: Η κυβέρνηση εμφανίζεται να διαφωνεί με την απελευθέρωση των απολύσεων. Η νομοθεσία, όμως, που η ίδια και οι προηγούμενες κυβερνήσεις διαμόρφωσαν, δεν εμπόδισε την ανεργία να φτάσει κοντά στο 30% σε συνθήκες βαθιάς κρίσης. Δεν απέτρεψε - αντίθετα, ενίσχυσε - την τάση των μεγάλων επιχειρήσεων να απαλλάσσονται με διάφορους τρόπους από εργατικό δυναμικό με περισσότερα δικαιώματα και να προσλαμβάνουν νέους, φτηνότερους και αναλώσιμους.

Η κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων, τα προγράμματα κατάρτισης και μαθητείας, η μείωση των αποζημιώσεων σε περίπτωση απόλυσης, συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Στόχος τους είναι να ελαστικοποιήσουν παραπέρα τις εργασιακές σχέσεις, να κάνουν ακόμα φτηνότερη την εργατική δύναμη, πιο ανταγωνιστικά τα ξένα και ντόπια μονοπώλια. Αυτούς αφορά άλλωστε το μέτρο της απελευθέρωσης των απολύσεων και όχι τις μικρότερες επιχειρήσεις, όπου, ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει πλέον κανένας περιορισμός.

Η απάλειψη ακόμα και αυτών των ελάχιστων περιορισμών θα επιδεινώσει βέβαια τα πράγματα για τους εργαζόμενους. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει στρατηγική ρότα πλεύσης διαφορετική από αυτή της τρόικας, σε ό,τι αφορά τις εργασιακές σχέσεις, μέρος των οποίων είναι και ο τρόπος που αυτές λύνονται. Ανάλογα παραδείγματα μπορεί κανείς να βρει και για τα άλλα σημεία όπου κυβέρνηση και τρόικα καταγράφουν διαφωνία.

Απέναντι στην κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αποτελέσει αντιπολίτευση από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων. Καταγγέλλει την κυβέρνηση ότι «έχει το θράσος να μιλά για "διαπραγμάτευση" και "κόκκινες γραμμές"». Στο διά ταύτα, διαπιστώνει ότι «όσο δεν αμφισβητείται ο σκληρός πυρήνας της μνημονιακής πολιτικής (...) δεν υπάρχει καμία απολύτως διαπραγμάτευση». Ο ΣΥΡΙΖΑ κρύβει ότι τα λεγόμενα διαρθρωτικά μέτρα (εργασιακές σχέσεις, Ασφαλιστικό, ιδιωτικοποιήσεις κ.ά.) δεν είναι υποχρεώσεις του μνημονίου αλλά ενιαία στρατηγική του κεφαλαίου, που εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη - μέλη της ΕΕ, με ή χωρίς μνημόνιο.

Καλλιεργεί αυταπάτες ότι μια δική του «αντιμνημονιακή» κυβέρνηση θα σώσει το λαό από τα χειρότερα, θα αποκαταστήσει μισθούς και δικαιώματα, χωρίς να πειραχθεί ούτε τρίχα από την κυριαρχία του κεφαλαίου στην οικονομία, η εξουσία του. Ο λαός δεν έχει τίποτα να περιμένει από τα παζάρια κυβέρνησης και τρόικας. Εχει την πείρα από προηγούμενες διαπραγματεύσεις, «κόκκινες γραμμές», «αποχωρήσεις», «σκληρά παζάρια». Πάντα τελείωναν με νέα μέτρα σε βάρος του. Αυτό θα συνεχίσει να γίνεται, όσο δεν αναδεικνύεται ο ίδιος σε ισχυρή λαϊκή αντιπολίτευση, με αυτοτελή στρατηγική απέναντι στα μονοπώλια, την εξουσία και τα κόμματά του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου