Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Αναγκαία η αντισεισμική θωράκιση και προστασία


Οι κάτοικοι της Κεφαλονιάς εδώ και δέκα μέρες βιώνουν μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Οι δύο μεγάλοι σεισμοί 5,9 και 5,7 της κλίμακας Ρίχτερ (σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις), οι δεκάδες ισχυροί σεισμοί που διαδέχτηκαν αυτόν της Κυριακής 26 Γενάρη, προκαλούν ανησυχίες και ζωντανεύουν άσχημες μνήμες. Οι σεισμολόγοι μελετούν το φαινόμενο και δικαιολογημένα δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι, ενώ δεν είναι καθόλου απίθανο οι σεισμοί να συνεχιστούν για αρκετό καιρό ακόμα. Εκατοντάδες σπίτια, βασικές υποδομές, δεκάδες δημόσια κτίρια έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές. Η καταγραφή των ζημιών βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη και θα κρατήσει για καιρό, αφού ο χτεσινός σεισμός δημιούργησε πρόσθετα προβλήματα. Οι εξελίξεις στην Κεφαλονιά φέρνουν και πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα της αντισεισμικής προστασίας και θωράκισης. Είναι γνωστό ότι στη χώρα μας γίνεται ένας αρκετά ισχυρός σεισμός κάθε 1,5 χρόνο. Στην Ελλάδα εκλύεται το 50% της σεισμικής ενέργειας της Ευρώπης.

Η κυβέρνηση προπαγάνδιζε ότι η Κεφαλονιά άντεξε στο σεισμό. Αντεξε πράγματι; Ο σεισμός των 5,9 Ρίχτερ ήταν βεβαίως ισχυρός, αλλά ιστορικά έχουν γίνει σεισμοί πάνω από 7 Ρίχτερ. Και η πραγματικότητα είναι διαφορετική, αφού με τους πρώτους ελέγχους ένα στα δύο κτίρια είχαν σοβαρά προβλήματα. Τώρα, μετά το δεύτερο μεγάλο σεισμό, ποιος ξέρει... Και αν ο σεισμός ήταν μεγαλύτερης έντασης; Ηδη από την πρώτη μέρα έχουν μιλήσει οι σεισμολόγοι, λέγοντας ότι η θωράκιση είναι με τον προηγούμενο κανονισμό, άρα τα κτίρια απαιτούσαν επιπλέον θωράκιση. Η ουσιαστική και ολοκληρωμένη αντισεισμική προστασία είναι αναγκαιότητα, τόσο στο χώρο εργασίας όσο και στην κατοικία. Υπάρχει σήμερα τέτοια προστασία της ζωής των εργατικών λαϊκών οικογενειών; Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Οπως τα κτίρια των σχολείων που θεωρούνται ως μία από τις πιο σημαντικές κατηγορίες που πρέπει να ελέγχονται για την ασφάλεια των παιδιών.

- Από τις περίπου 14.500 σχολικές μονάδες σ' όλη τη χώρα, οι 4.440 έχουν χτιστεί πριν από το 1959 και οι 3.880 έχουν χτιστεί πριν από το 1985, δηλαδή το 57,4% των σχολικών μονάδων χαρακτηρίζονται «γερασμένες», αφού έχουν χτιστεί χωρίς ή με ελάχιστες αντισεισμικές προδιαγραφές.

- Από τις υπόλοιπες 6.180 που έχουν χτιστεί μετά το 1985, μόλις οι 3.050 έχουν χτιστεί με πιο αυστηρές αντισεισμικές προδιαγραφές, μετά το 1995.

- Μέχρι σήμερα σε ελάχιστα κτίρια, και κυρίως σχολεία, έχουν γίνει οι αναγκαίες παρεμβάσεις ενίσχυσης.

- Μετά το σεισμό του 1999, 429 σχολικές μονάδες στην Αττική από τις 2.465 που ελέγχθηκαν κρίθηκαν ακατάλληλες για χρήση. Ομως, μόνο ένα μικρό ποσοστό, μερικές δεκάδες έχουν αποκατασταθεί, ενισχυθεί ή αντικατασταθεί.

Ακόμα κι αυτός ο στοιχειώδης προσεισμικός έλεγχος των σχολείων σταμάτησε το Μάρτη του 2010, εξαιτίας των περικοπών σε δαπάνες και προσωπικό, με αποτέλεσμα να αποξηλωθούν τα συνεργεία ελέγχων και να παγώσουν οι διαδικασίες. Και δεν είναι μόνο αυτό. Με την κατάργηση του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ) στο πλαίσιο καταργήσεων και συγχωνεύσεων φορέων του δημοσίου, τους προσεισμικούς ελέγχους ανέλαβαν Δήμοι, των οποίων οι πόροι έχουν περικοπεί, ενώ το προσωπικό τους μειώνεται. Θυμίζουμε επίσης ότι το 2012, με την ίδια λογική καταργήθηκαν ή υπολειτουργούν οι Υπηρεσίες Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων και οι Τομείς Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων που είχαν σαν αρμοδιότητα τις διαδικασίες αποκατάστασης μετά από σεισμό.

Υπάρχουν επίσης εκτιμήσεις ότι το 50% των νοσοκομειακών κτιρίων, δηλαδή κάπου 300 ανεξάρτητα από στατικής πλευράς κτίρια, χρειάζονται λεπτομερέστερο έλεγχο ή και παρέμβαση. Ακόμα χειρότερη μπορεί να χαρακτηριστεί η κατάσταση στους χώρους δουλειάς, ποιος δεν θυμάται τις περιπτώσεις της Ρικομέξ, της Φαράν κ.ά. και το σεισμό της Αθήνας το 1999. Σε κάθε περίπτωση το 80% των 4.000.000 κτιρίων της χώρας έχουν κτιστεί πριν το 1985, δηλαδή πριν τεθεί σε εφαρμογή ο σύγχρονος αντισεισμικός κανονισμός, και επομένως χρίζουν ελέγχων και ενισχύσεων.



Είναι αναπόφευκτη αυτή η κατάσταση; Μήπως δεν ενδιαφέρει τις κυβερνήσεις αν θα υπάρχουν νεκροί και καταστροφές; Μήπως δεν υπάρχει η τεχνογνωσία και το εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό για να σχεδιάσει τέτοια έργα; Πού σκοντάφτει το πράγμα; Εργα όπως αυτά που είναι απαραίτητα για την αντισεισμική θωράκιση, την αντιπλημμυρική προστασία κ.ά. δεν αποφέρουν κέρδη στους μονοπωλιακούς ομίλους. Και γι' αυτό δεν είναι στις προτεραιότητες των αστικών κυβερνήσεων και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τέτοια έργα σε πολύ μεγάλο ποσοστό δεν κρίνονται επιλέξιμα και δεν εντάσσονται στα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα, όπως τα ΚΠΣ και το ΕΣΠΑ. Τα έργα υποδομών και η πολιτική γι' αυτά υπαγορεύονται από την καπιταλιστική ανάπτυξη, τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς.

Υπάρχει και μια άλλη, εξίσου σοβαρή πτυχή: η έγκαιρη και ολοκληρωμένη αντισεισμική προστασία απαντά και σε ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα: της ανάπτυξης του κατασκευαστικού κλάδου. Η ανεργία στον κλάδο είναι τεράστια. Χιλιάδες οικοδόμοι αλλά και αυτοαπασχολούμενοι στις κατασκευές βρίσκονται ή ωθούνται στην ανεργία. Η ανάπτυξη έργων υποδομής υπέρ των λαϊκών αναγκών θα είχε θετικό αντίκτυπο και σ' αυτόν τον τομέα.

Η αντισεισμική, αλλά και γενικότερα η θωράκιση από φυσικές καταστροφές, η ελαχιστοποίηση του σεισμικού κινδύνου, είναι υπόθεση λαϊκής πάλης. Αλλά πρέπει να είναι καθαρό ότι μόνο η εξουσία που δεν θα αντιμετωπίζει τη γη ως εμπόρευμα αλλά ως κοινωνικό αγαθό που ανήκει σε όλο το λαό, που θα υλοποιεί προγράμματα λαϊκής στέγης παρέχοντας στους εργάτες και τις οικογένειές τους ασφαλείς χώρους κατοικίας, εργασίας, άθλησης, ψυχαγωγίας, με κεντρικό σχεδιασμό, μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Μια πολιτική εξουσία και οικονομία που θα λειτουργούν με αποκλειστικό κριτήριο την κάλυψη των αναγκών και την προστασία όλης της κοινωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου