Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ... με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί!


«...το τραγούδι μάς ενώνει μέσα σ' ένα κοινό μύθο. Κι όπως στον χορό (έτσι και στο τραγούδι) ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας, για ν' ακολουθήσουμε μαζί τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι απ' την αρχή κάθε φορά...» (Μάνος Χατζιδάκις).

Ηταν στις 15 του Ιούνη του 1994, όταν έδυσε ο Σείριος της ελληνικής μουσικής... Πριν δεκαεννιά χρόνια, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο μελωδός της ψυχής μας, ξεκινούσε το «ταξίδι» του προς τ' άστρα... Πίσω του άφησε τα δικά του άστρα, τις εξαίσιες μουσικές και τραγούδια, που σμίλεψε στη σπαρμένη από νότες, ευαισθησία, οράματα «διαδρομή» του. Η παρακαταθήκη του, ένα μεγάλο έργο, αληθινό και γι' αυτό βαθιά λαϊκό, που μας πρόσφερε και συνεχίζει να μας προσφέρει μεγάλες συγκινήσεις. Ο δημιουργός που μετουσίωσε τη μελωδική του έμπνευση σε μεγάλη τέχνη, πίστευε ότι η τέχνη αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα.



«Η άντληση της θεματολογίας μου προέρχεται από μια πηγή που ανήκει σε όλους τους ανθρώπους. Και πέρα από το συνειδητό πολλές φορές», ανέφερε ο δημιουργός σε συνέντευξή του στον «Ρ» (27/5/90), τονίζοντας πως «λαϊκό είναι ό,τι ασχολείται με τον άνθρωπο και προέρχεται από τον άνθρωπο». Ελεγε, μάλιστα, πως «η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα... Η τέχνη υπάρχει, διότι ανατέμνει τη λειτουργία του ανθρώπου. Του κινητοποιεί τις ευαισθησίες του. Τις αληθινές του ευαισθησίες. Οχι τις επικαιρικές. Η τέχνη συμπληρώνει τον άνθρωπο, τον βοηθά να αισθανθεί, έστω και για λίγο, προς τα πού πρέπει να τείνει. Η μεγάλη τέχνη εννοώ».

Η φυσική του απουσία δεν έβγαλε τον δημιουργό από την καρδιά, από το μυαλό μας. Δε μας στέρησε την ανάγκη ν' ανατρέχουμε στις μελωδίες, στην ομορφιά του άφθαρτου έργου του: «Χαμόγελο της Τζοκόντα», «Μυθολογία», «Αντικατοπτρισμοί», «Ο Μεγάλος Ερωτικός», «Ο κύκλος C.N.S.», «Αθανασία», «Η εποχή της Μελισσάνθης», «Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς», «Τα παράλογα», «Σκοτεινή μητέρα» και τόσα άλλα. Κορυφαίος αναμορφωτής του ελληνικού τραγουδιού, άνοιξε νέους ορίζοντες για τη μουσική.
Προσωπικότητα πολύπλευρη και πολυδιάστατη, δημοσίευσε τα βιβλία με ποιήματα και σχόλια: «Μυθολογία», «Μυθολογία Δεύτερη», «Τα σχόλια του Τρίτου» και «Ο Καθρέπτης και το Μαχαίρι». Ιδρυσε και διηύθυνε την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών (1964-'67), το καφεθέατρο «Πολύτροπο», τις Μουσικές Γιορτές στα Ανώγεια Κρήτης και τους Μουσικούς Αγώνες στην Κέρκυρα, ενώ την περίοδο 1975-'81 διηύθυνε το Τρίτο Πρόγραμμα. «Παιδιά» του, επίσης, είναι η δισκογραφική εταιρεία «Σείριος» και η «Ορχήστρα των Χρωμάτων», δύο ακόμη ενσαρκώσεις της αντίληψής του για την πορεία των μουσικών μας πραγμάτων.



Ο αλησμόνητος Μάνος Χατζιδάκις, όμως, με την πολύτροπη, πολύχυμη, πηγαία λαϊκή, αλλά και καλλιεργημένη με τη μεγάλη ποίηση και βαθιά στοχαστική ευαισθησία του, δε σημάδεψε μόνον το τραγούδι. Σημάδεψε και το ελληνικό θέατρο. Ουσιαστικά, ο Μ. Χατζιδάκις, μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη, «εδραίωσαν» την ελληνική μουσική στο θέατρο πρόζας και έστρωσαν το «δρόμο» του θεάτρου στους νεότερους Ελληνες συνθέτες. Ο Μάνος Χατζιδάκις, με τις μουσικές του για θεατρικές παραστάσεις, έγραψε άλλη μια μεγάλη «ιστορία», η οποία αξίζει προσοχής και ειδικής μελέτης από τους ειδικούς. Η μουσική του, για τους αριστοφανικούς «Ορνιθες» ή το «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα, τον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ, για το «Θέατρο Τέχνης», αποτελεί μεγάλο κειμήλιο της μουσικής για το θέατρο.

Ομως δεν είναι μόνον αυτά. Είναι και άλλες συνθέσεις του για θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων: Το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Πιραντέλο, που ανέβασε (1961-1962) ο θίασος Δημήτρη Μυράτ - Βούλας Ζουμπουλάκη, στο «Θέατρο Αθηνών» με τεράστια επιτυχία, και λόγω της μουσικής και των τραγουδιών που έγραψε ο Μ. Χατζιδάκις. Η μουσική κωμωδία «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», από το ομώνυμο έργο του Μπέρναρ Σω, που παίχτηκε στο θέατρο «Κοτοπούλη» (1962-1963), σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, σκηνικά - κοστούμια Νίκου Εγγονόπουλου και με πρωταγωνιστές τον Τζαβαλά Καρούσο και την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Το μουσικό θέαμα για ηθοποιούς, τραγουδιστές, χορωδία και ορχήστρα, με τίτλο «Πορνογραφία», που ανέβηκε στο θέατρο «Σούπερ Σταρ» (1982), σε στίχους Ν. Γκάτσου, Α. Δαβαράκη, Μ. Χατζιδάκι, σκηνοθεσία του συνθέτη και πολλά άλλα.
Μάνος Χατζιδάκις: «Το καταστάλαγμα του βίου μου»

«Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία - πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' τη Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ' τη στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Ομως, η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη "ευρωπαϊκή", φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον τον καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Ετσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα, όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.

Αρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Ελαβα, όμως, την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του "Βυζαντίου", το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους, που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Ετσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλίτωσα απ' το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Εγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ό,τι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πως η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι Ελληνες σοβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.

Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Εμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς - ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο Δημόσιο. Οταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε "Πολύτροπον", ίσαμε τη μεταπολίτευση του '74, όπου και το 'κλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων...

Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου, που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των Ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί, σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους, κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν "κατά κράτος". Παρ' όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα. Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι:

Α δ ι α φ ο ρ ώ... για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω... στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ... αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα "επώνυμους" πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, τη σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Ετσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ "λαχεία στον ουρανό" και προκαλώντας τον σεβασμό των νεοτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Ελληνας και Μεγάλος Ερωτικός».
Οσο μας τρομάζει η μορφή του τέρατος...

Πνεύμα ασυμβίβαστο, με σθένος αντιτάχθηκε στους κρατούντες, στην κολακεία, στην αναρρίχηση. Αγωνιούσε για τον Πολιτισμό και τους κινδύνους που τον απειλούσαν. Οπως αγωνιούσε και για τα κοινωνικά προβλήματα, την εκμετάλλευση των ανθρώπων, την αλλοτρίωση, την αποξένωση, την αδιαφορία για τον διπλανό.

«Οποιος δε φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά (...) Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. Η μορφή του τέρατος είναι αποκρουστική. Οταν όμως το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε... γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε.

Ο Frankenstein έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Το αγόρι ονομάζεται Πινοσέτ ή Βιντέλα, κι ολομόναχο χορεύει με πάθος ένα tango ελλειπτικό. Δεν υπάρχει μουσική, ούτε τραγουδιστής από κοντά. Μονάχα ένας ρυθμός ατέλειωτος και αριθμοί. Χίλιοι, πεντακόσιοι, πέντε χιλιάδες, δέκα, εκατό χιλιάδες, αριθμοί όχι εντελώς αποσαφηνισμένοι των εξαφανισθέντων, βασανισθέντων και νεκρών. Και το tango να συνεχίζεται, το δε ποδόσφαιρο στις φάσεις του, να κόβει την αναπνοή εκατομμυρίων θεατών επί της Γης. Εκατομμύρια περισσότεροι απ' όσους εννοούνε ν' αντιδράσουνε στο τέρας, και εξαφανίζονται μες σε χαντάκια, σε ρεματιές ή στις αγροτικές ερημιές.

Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται»... (Μάνος Χατζιδάκις, Κυριακή 30 Ιούλη 1978, από το βιβλίο «Τα Σχόλια του Τρίτου», Εκδόσεις «Εξάντας», 1980).
...με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά

Τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι παραμένουν σημείο αναφοράς, κυρίως σ' αυτούς τους καιρούς του σκοταδιού. Πρόσφατα, το πολυαγαπημένο τραγούδι «Κεμάλ» σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι, έγινε αφορμή να κατηγορηθεί δασκάλα της Ε' δημοτικού για... φιλοϊσλαμική προπαγάνδα, με τις «ευλογίες» της διευθύντριας του σχολείου, όπως καταγγέλλει η ίδια, επειδή δίδαξε το συγκεκριμένο τραγούδι στην τάξη.

Οι στίχοι έχουν ως εξής:

Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ

ενός νεαρού πρίγκιπα της Ανατολής,

απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού,

που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ

και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και έναν καιρό

ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό.

Στη Μοσούλη, τη Βασόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά

πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική

αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.

Τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή

κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει πως θ' αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά

ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά.

Απ' τον Τίγρη στον Ευφράτη κι απ' τη γη στον ουρανό

κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά

και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει τη θηλιά.

Μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί

πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δυο γέρικες καμήλες μ' ένα κόκκινο φαρί

στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.

Πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά

μα της Δαμασκού τ' αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ

που απ' τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:

«Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,

με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.

Καληνύχτα...
πηγη: Ριζοσπαστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου